
Μέρες τώρα ο ύπνος με έχει εγκαταλείψει και φλερτάρω επίμονα με την κατάρρευση, μα ποιος νοιάζεται , ακόμη και άλλες δέκα μέρες να έμενα χωρίς ύπνο και τροφή δεν θα πτοούμουν, αντλούσα δύναμη από τον Θρύλο. Οι στιγμές που ζούσα ήταν μοναδικές και θα γραφόταν με χρυσά γράμματα στο πάνθεον των επιτυχιών του Ολυμπιακού.
Χρόνια περίμενα αυτή την στιγμή , μια στιγμή που ίσως και να μην έρχονταν ποτέ και τώρα που την βιώνω ,δεν θα αφήσω δευτερόλεπτο να μου ξεφύγει. Οι ετοιμασίες ξεκίνησαν από την επόμενη κιόλας από τη στιγμή που η ομάδα οριστικοποίησε τη συμμετοχή της στον τελικό της μεγαλύτερης ποδοσφαιρικής διοργάνωσης συλλόγων του πλανήτη.
Χρόνια περίμενα αυτή την στιγμή , μια στιγμή που ίσως και να μην έρχονταν ποτέ και τώρα που την βιώνω ,δεν θα αφήσω δευτερόλεπτο να μου ξεφύγει. Οι ετοιμασίες ξεκίνησαν από την επόμενη κιόλας από τη στιγμή που η ομάδα οριστικοποίησε τη συμμετοχή της στον τελικό της μεγαλύτερης ποδοσφαιρικής διοργάνωσης συλλόγων του πλανήτη.
Τα εισιτήρια είχαν έρθει στα χέρια της παρέας με χαρακτηριστική ευκολία που θα έλεγε κανείς πως ήμαστε τόσο σίγουροι για την πρόκριση μας που τα είχαμε κλείσει πριν ακόμη την διεξαγωγή του ημιτελικού. Το επόμενο μέλημα ήταν η μετάβασή μας εκεί που θα λάμβαναν χώρα πράγματα επικά, αδιανόητα ως τώρα και πρωτόγνωρα για την ιστορία του champions league.
Μια ατμόσφαιρα που θα ανακαλείται στην μνήμη των νεώτερων ως ανεπανάληπτη στα χρονικά του θεσμού, το άγγιγμα της οπαδικής τελειότητας. Τα συνηθισμένα ανούσια πρωινά είχαν διανθιστεί πλέον με την γλυκιά κούραση της προετοιμασίας του ταξιδιού, όλα έπρεπε να προβλεφθούν χωρίς καμιά ατέλεια. Το βράδυ πριν, φάνταζε ατέλειωτο, η κάθε στιγμή αιώνας, η βαλίτσα έτοιμη να εκσφενδονίσει το ήδη τσιτωμένο φερμουάρ, ταυτότητα , πλαστικό και χάρτινο χρήμα τοποθετημένα με απόλυτη ευλάβεια στο πορτοφόλι με τον έφηβο να στέκει θριαμβευτικά στην πάνω πλευρά.
Μια ατμόσφαιρα που θα ανακαλείται στην μνήμη των νεώτερων ως ανεπανάληπτη στα χρονικά του θεσμού, το άγγιγμα της οπαδικής τελειότητας. Τα συνηθισμένα ανούσια πρωινά είχαν διανθιστεί πλέον με την γλυκιά κούραση της προετοιμασίας του ταξιδιού, όλα έπρεπε να προβλεφθούν χωρίς καμιά ατέλεια. Το βράδυ πριν, φάνταζε ατέλειωτο, η κάθε στιγμή αιώνας, η βαλίτσα έτοιμη να εκσφενδονίσει το ήδη τσιτωμένο φερμουάρ, ταυτότητα , πλαστικό και χάρτινο χρήμα τοποθετημένα με απόλυτη ευλάβεια στο πορτοφόλι με τον έφηβο να στέκει θριαμβευτικά στην πάνω πλευρά.

Περνώντας την επιβλητική πόρτα βρεθήκαμε στην αίθουσα αναμονής με τα μπαγκάζια στα χέρια και κατ’ ευθείαν στο γκισέ για το τελευταίο τσεκ. Το διαπεραστικό βλέμμα της ηλιοκαμένης κοπέλας πίσω από τον πάγκο, ήταν άριστος οιωνός για μια ευχάριστη πτήση. Τα εισιτήρια αναπαύτηκαν στις βελούδινες παλάμες της ενώ τα μακριά της δάκτυλα αγκάλιασαν γοητευτικά την σφραγίδα που έσκασε με στόμφο πάνω στο γυαλιστερό χαρτί.
Η ατμόσφαιρα έμοιαζε να είναι διαφορετική από άλλες μέρες, από κάθε πτυχή της αίθουσας αναδύονταν συνθήματα και το ερυθρόλευκο χρώμα κυριαρχούσε στο χώρο. Παντού έβλεπες άτομα με κασκόλ περασμένα στο λαιμό και μπλούζες με τον δαφνοστεφανωμένο στο στήθος.
Η βελούδινη γυναικεία φωνή πλημμύρισε το κενό καλώντας το πλήθος να επιβιβαστεί στο αεροπλάνο που θα εκτελούσε την πτήση. Με γοργές, σχεδόν νευρικές κινήσεις διασχίσαμε τον τσιμεντένιο διάδρομο και μονομιάς αναρριχηθήκαμε στην σκάλα καταλήγοντας στα αναπαυτικά καθίσματα του σιδερένιου πουλιού. Καθώς και ο τελευταίος επιβάτης βρέθηκε κάτω από τον ασφυκτικό ζυγό της ελαστικής ζώνης ασφαλείας, ακούστηκε η μπάσα φωνή του κυβερνήτη να εύχεται για το καλό του ταξιδιού. Σήμερα οι ευχές δεν περιορίζονταν μόνο στην ασφάλεια της πτήσης αλλά είχαν μια ασυνήθιστα οπαδική χρειά. "O κυβερνήτης και το πλήρωμα της πτήσης 777 εύχονται στην ομάδα του Ολυμπιακού να κατακτήσει την κορυφή της Ευρώπης".
Πριν προλάβει να τελειώσει την φράση του, το πλήθος ξέσπασε σε ζητωκραυγές, όλο το αεροπλάνο είχε σηκωθεί στο πόδι πριν απογειωθεί καν. Το έργο των δύσμοιρων αεροσυνοδών ήταν πλέον δύσκολο αφού κανείς δεν έδειχνε διάθεση να ακολουθήσει τις οδηγίες τους και οι παραινέσεις για δέσιμο των ζωνών έβρισκαν τοίχο. Μόνο όταν καταλάγιασε ο ενθουσιασμός αναπαυτήκαμε στις ιδιαίτερα φιλόξενες θέσεις και ένα μακρόσυρτο κλικ ακούστηκε στην καμπίνα , από τα απανωτά δεσίματα των ζωνών ασφαλείας.
Πλέον τα σπίτια φαινόταν σαν σπιρτόκουτα και οι άνθρωποι φάνταζαν σαν μυρμήγκια από ψηλά. Ο ουρανός πεντακάθαρος και γοητευτικός σαν τα όμορφα πρόσωπα των εκνευριστικά τέλειων σε αναλογίες αεροσυνοδών, που περιφέρονταν στον χώρο πρόθυμες να εξυπηρετήσουν οποιαδήποτε επιθυμία που δεν παρέκλινε των καθηκόντων τους.
Θα’ λεγε κανείς πως ήταν η πιο ξεκούραστη και ατάραχη πτήση που συμμετείχα ποτέ και η διαπίστωση ήρθε με το που ακούστηκε το στρίγκλισμα των φρένων καθώς οι ρόδες ακούμπησαν στον πυρωμένο διάδρομο προσγείωσης υποδηλώνοντας το τέλος της διαδρομής. Η πόρτα άνοιξε αργά και βασανιστικά αλλά αυτό που είδαμε πίσω της μας αποζημίωσε δεόντως. Ένα πλήθος κόσμου είχε κατακλίσει τον χώρο που είχε μετατραπεί σε μικρό Καραϊσκάκη από τις φωνές και τα συνθήματα που έσκιζαν τον αέρα.
Με το που πήραμε τις αποσκευές το μικρό πουλμανάκι της εταιρίας, μάς μετέφερε κατ’ ευθείαν στο ξενοδοχείο σε χρόνο σχεδόν μηδενικό αφού η απόσταση ήταν αρκετά μικρή. Είχαμε επιλέξει να μείνουμε εκεί γιατί ήταν ελάχιστα χιλιόμετρα μακρυά από το γήπεδο που θα γινόταν ο τελικός.
Φτάνοντας έξω από την γυάλινη πόρτα του ξενοδοχείου που έστεκε επιβλητικό, ρίξαμε μια διερευνητική ματιά στα γύρω στενά για τυχόν παρουσία αντίπαλων οπαδών. Όχι πως ψαχνόμαστε για φασαρίες, το αντίθετο μάλιστα, είχαμε έρθει σε μια γιορτή και θα την τιμούσαμε όπως αρμόζει σε τέτοιες περιστάσεις.
Οι βαλίτσες αναπαύτηκαν πάνω στο πουπουλένιο στρώμα του μεταλλικού κρεβατιού, δεν υπήρχε καν η σκέψη να αδειαστούν. Το μόνο που περνούσε από το μυαλό μας ήταν να αφεθούμε στην αγκαλιά του Μορφέα, ώστε την αυριανή μέρα να είμαστε φρέσκοι και έτοιμοι για την μεγάλη στιγμή.
Οι πρώτες ηλιακτίδες εισέβαλαν ετσιθελικά από το μισάνοιχτο παράθυρο, δείγμα ότι είχε ξημερώσει για τα καλά. Πετάχτηκα σχεδόν σαν ελατήριο από το κρεβάτι δεν υπήρχε χρόνος για χουζούρεμα. Κατευθύνθηκα προς την μπαλκονόπορτα ανάβοντας ένα τσιγάρο στα κλεφτά αψηφώντας την απαγόρευση. Το χρειαζόμουν αυτή τη στιγμή όσο τίποτε άλλο, δεν θα με απέτρεπε ένας εντελώς φασιστικός κατ εμέ νόμος.
Ακούμπησα τα χέρια στο κάγκελο που σχεδόν έβραζε από τη ζέστη και ανασήκωσα το κεφάλι σπάζοντας τα άλατα που είχαν κατασκηνώσει καιρό τώρα στο αυχένα.
Ο ήλιος πρέπει να βρίσκονταν στο ανώτερο σημείο, αυτό μαρτυρούσε ότι ήταν σχεδόν μεσημέρι, αποταμίευσα ακόμη λίγη νικοτίνη και γύρισα προς το δωμάτιο αναζητώντας το κινητό μου. Έπρεπε να διαπιστώσω αν όλοι τους είχαν ξυπνήσει, ή αν έβλεπαν ακόμη γυμνόστηθες κοπέλες να λικνίζονται μπροστά τους.
Τα ρούχα βγήκαν με κινηματογραφική ταχύτητα από την γεμάτη σκόνες βαλίτσα, η ερυθρόλευκη ριγωτή με τον δαφνοστεφανωμένο αγκάλιασε το κορμί μου. Άρπαξα τα απαραίτητα και γλίστρησα σαν χέλι πάνω στις τεράστιες μαρμάρινες σκάλες προσγειώνοντας τα πέλματα στον διάδρομο υποδοχής. Οι φωνές που περνούσαν από τις χαραμάδες της γυάλινης πόρτας μαρτυρούσαν πως έξω γινόταν ο κακός χαμός. Διάβηκα την καλά φυλασσόμενη από τους άνδρες ασφαλείας του ξενοδοχείου, πανύψηλη πόρτα και με μια κίνηση γεμάτη ευλάβεια πέρασα το κασκόλ μια δυο φορές γύρω από το λαιμό μου. Δεν χρειάστηκε να κάνω πάνω από μερικά βήματα για να ανακατευτώ κι εγώ μέσα στον όγκο των οπαδών που έσεαν συθέμελα το τετράγωνο.
"Είσαι στο μυαλό, κάτι μαγικό, όπου πας εσύ θα’ μαι πάντα εγώ, να σου τραγουδώ…". Και όντως ήταν όλοι τους εδώ δίπλα στην μεγάλη τους αγάπη, δίπλα στον Θρύλο που αγάπησαν, έτοιμοι να δώσουν και την ψυχή τους για τον Ολυμπιακό μας. Με την άκρη της ματιάς μου μπορώ να διακρίνω εύκολα όλα τα παιδιά ανακατεμένα στο πλήθος να τραγουδάνε συνθήματα υπό τον ήχο της τρομπέτας που ξερνούσε νότες στοιχισμένες που έκαναν ακόμη και τα άψυχα τσιμέντα να ανατριχιάσουν.
Πλησίασα τα παιδιά και πήραμε όλοι μαζί τον δρόμο για το γήπεδο τραγουδώντας σε όλη την διαδρομή και προκαλώντας την αναστάτωση στην ήρεμη πόλη αλλά και τον θαυμασμό των φιλήσυχων κατοίκων της. Καθ’ όλη τη διαδρομή συνεχώς προστίθεντο κι άλλοι φίλαθλοι, γύρισα πίσω για μια στιγμή και έβλεπα κόσμο μέχρι εκεί που μπορούσε να διακρίνει το μάτι. Παντού έβλεπες κόκκινο και άσπρο και η μόνη χρωματική παραφωνία ήταν τα καπνογόνα που έκαναν την ατμόσφαιρα ιδιαίτερα αποπνικτική. Απέναντι άρχισε να ξεπροβάλει η τεράστια οροφή του σταδίου, ένα αρχιτεκτονικό θαύμα συναντούσε την στρογγυλή θεά.
Η ένταση ανέβαινε συνεχώς, “χτυπούσε” το χρώμα της αγαπημένης μας ομάδας, από εκείνο το σημείο και μετά όλα έγιναν τόσο γρήγορα και το επόμενο που θυμάμαι είναι να χοροπηδάμε στις κερκίδες του κατάμεστου σταδίου. Φωνές εναρμονισμένες με το πάθος της βραδιάς, πολεμικές κραυγές έσκιζαν τον ουρανό πάνω από το κατάμεστο στάδιο, ο κόσμος από νωρίς κατέλαβε κάθε τετραγωνικό εκατοστό των κερκίδων για να απολαύσει τη στιγμή της ενσάρκωσης του πιο τρελού ονείρου.
Το κόκκινο ήταν το κυρίαρχο χρώμα μόνο σε ένα μικρό σημείο υπήρχε μια χρωματική παραφωνία, αλλά ποιος νοιαζόταν γι’ αυτό. Η πρώτη μάχη, αυτή της κερκίδας είχε κερδιθεί κατά κράτος και πως θα μπορούσε άλλωστε να γίνει διαφορετικά; Ορισμένα από τα παιδιά ένιωθαν το πάθος να τους κυριεύει και είχαν σκαρφαλώσει σε κάτι προστατευτικά κάγκελα που είχαν τοποθετήσει οι διοργανωτές για τον φόβο των Ιουδαίων, προκαλώντας την δυσφορία των ανθρώπων που είχαν επιφορτιστεί με το έργο της ασφάλειας του τελικού.
Έριξα μια γρήγορη ματιά στο καντράν του ρολογιού, η ώρα σχεδόν πλησίαζε, κάτι λίγα λεπτά είχαν απομείνει. Βυθίζω το χέρι στην τσέπη της φόρμας και ανασύρω το κινητό για να “σκοτώσω” την αγωνία μου, δίχως όμως να καταφέρω ούτε καν να το φέρω στο πρόσωπό μου αφού με πρόλαβε η φωνή του παιδιού δίπλα μου. ‘’ Βγαίνουν οι ομάδες ‘’, να η Ολυμπιακάρα μας Θεέ μου σ’ ευχαριστώ για τη στιγμή αυτή που με αξίωσες να ζήσω.
Πανζουρλισμός, τα χαρτάκια που φιλοτέχνησαν το πανέμορφο coreo άρχισαν να κατεβαίνουν και τα χέρια ελεύθερα πλέον υψωμένα στον ουρανό, από εκεί ψηλά που παρακολουθούσαν και τα αδέρφια μαζί μας , χτυπούσαν σε έναν απίστευτο ρυθμό. ‘’Θρύλε είσαι αρρώστια στην καρδιά μου είσαι ζάλη στο μυαλό, είσαι το σκληρό ναρκωτικό μου και για σένα μόνο ζω’’. Αρχίζω να τρέμω από την συγκίνηση της στιγμής , ‘’μην μου πάθεις κανένα εγκεφαλικό τώρα’’, σχεδόν ικετεύω τα εσώψυχά μου, ο ιδρώτας έχει λούσει το κορμί μου, τα μάτια θολώνουν και το κορμί μου σωριάζεται στο ζεστό τσιμέντο. Παραδόξως δεν νιώθω άσχημα, είναι τόσο βολικά εδώ κάτω, τόσο όμορφα. Κανείς δεν με πρόσεξε, όλοι είχαν απορροφηθεί στο ματς, αφού θα πεθάνω κάποια στιγμή ας είναι αυτή σήμερα. Στα αυτιά μου αντηχούν ζητωκραυγές και η φωνή του κολλητού μου ταράζει τα μέσα μου .’’ Έληξε αδέρφια!!! Το σηκώσαμε!!!’’. Είμαστε στην κορυφή της Ευρώπης, τώρα μπορώ να κλείσω τα μάτια μου…
Το ταβάνι μου χασκογελάει ώρα τώρα κι εγώ αδυνατώ να σηκωθώ από το κρεβάτι. Μούσκεμα στον ιδρώτα προσπαθώ να ανασυντάξω τη σκέψη μου και να διαπιστώσω αν όλα αυτά ήταν ένα υπέροχο όνειρο. Την ηρεμία της στιγμής σπάνε οι ιαχές που σκαρφαλώνουν μέχρι τον τέταρτο όροφο του ξενοδοχείου. Πετάγομαι σαν ελατήριο από το κρεβάτι και με μιας βρίσκομαι γατζωμένος στα κάγκελα του μπαλκονιού να αγναντεύω το πλήθος που παρελαύνει από κάτω. Διάολε δεν μπορεί, είναι αλήθεια. Ερυθρόλευκες σημαίες κυματίζουν σε κάθε γωνιά και συνθήματα σκεπάζουν την πόλη. Σκύβω να δω καλύτερα μα τα ιδρωμένα χέρια μου γλυστράνε , το κεφάλι μου σημαδεύει το έδαφος και τα πόδια στοχεύουν το γαλάζιο του ουρανού. Βρίσκομαι στο απόλυτο κενό πλησιάζοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα το απέναντι πεζοδρόμιο έχοντας το στυλ πρωταθλητή καταδύσεων.
Μόνο που η πτώση μου είναι αργή, λες και προβάλλεται σε slow motion, δίνει στο μυαλό μου το χρόνο να σκεφτεί. Δεν γίνεται δεύτερη φορά να φλερτάρω με τον θάνατο, κάποιος πρέπει να μου κάνει πλάκα. Βρίσκομαι μερικά εκατοστά πάνω από την καλοστρωμένη άσφαλτο και με μια αστραπιαία κίνηση κλείνω τα βλέφαρα περιμένοντας το τέλος.
Ανοίγω τα μάτια, το περιβάλλον μου είναι οικείο, η τηλεόραση ανοιχτή παίζει παλιούς αγώνες του Θρύλου. Κατευθύνομαι προς το ψυγείο και κατεβάζω σχεδόν μισό λίτρο παγωμένο νερό για να συνέλθω από το σοκ. Το μπαλκόνι στέκει εκεί αγέρωχο να περιμένει το déjà vu.Το βήμα κοφτό, σχεδόν παγωμένο με οδηγεί εκεί στον τόπο του μυστηρίου, διστάζω προς στιγμήν καθώς το μυαλό παραμένει κολλημένο στο όνειρο μέσα στο όνειρο.
Ιαχές ακούγονται από μακριά. Πάλι… Μαζεύω όσο θάρρος μου έχει απομείνει και γατζώνομαι από τα κάγκελα. Οι φωνές έρχονται όλο και πιο κοντά στα αυτιά μου. ‘’Ολυμπιακός-Ολυμπιακός ‘’. Στέλνω το βλέμμα στο ημερολόγιο που κοσμεί τον ξεφλουδισμένο τοίχο, Κυριακή σήμερα, έχασα τον χρόνο προφανώς, πρέπει να κοιμόμουν σχεδόν 2 μερόνυχτα. Με μια μεταβολή που θα την ζήλευε και στρατιωτικό άγημα πηγαίνω προς την ντουλάπα, φοράω την ερυθρόλευκη και μεμιάς βρίσκομαι ανάμεσα στο πλήθος να τραγουδώ μαζί τους: ‘’ Κι αν έχασα τα χρόνια μου τα πιο καλά για να σ’ ακολουθώ σ’ όλα τα γήπεδα, χωρίς μυαλό αφού το’ χασα κι αυτό με την αρρώστια που’ χω για τον Ολυμπιακό, γι’ αυτό θα ζω μ’ ένα όνειρο τρελό ο Θρύλος να σηκώσει το ευρωπαϊκό ‘’ . Όσο προχωράμε προς το γήπεδο στο μυαλό μου έρχεται το όνειρο που σημάδεψε την προηγούμενη βραδιά. Όνειρο η πραγματικότητα; Εφικτός στόχος η ευσεβής πόθος; Δεν με απασχολεί πια. Βάζω το χέρι στον έφηβο και συνεχίζω να τραγουδώ μαζί με τα άλλα αδέρφια: ‘’ …και αν δεν γίνει αυτό ………… πάντα άρρωστοι με τον ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ…’’
LAMBROST
** ΟΛΑ ΤΑ ΑΡΘΡΑ ΣΤΗ ΣΤΗΛΗ "ΑΠΟΨΕΙΣ" ΑΦΟΡΟΥΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΕΙΣ KAI ΔΕΝ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΟΤΙ ΕΚΦΡΑΖΟΥΝ ΤΟ BLOG